Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

το μακρινό χωριό του Πάσχα


Φέτος αργήσαμε να κάνουμε όλα εκείνα που γίνονται όταν έρχεται το Πάσχα, να κλείσουμε έγκαιρα εισιτήρια για την απόδραση, να συνεννοηθούμε με τους συνένοχους... Μάλλον εκεί έγινε το λάθος. Στην απόδραση. Για έναν προορισμό που όσο περνάνε τα χρόνια μακραίνει για να καταλήξει να μοιάζει πια η άφιξη με την επιστροφή του Οδυσσέα, βασιλιά ζητιάνου και ζητιάνου βασιλιά, να μας αναγνωρίσουν, να μην μας αναγνωρίσουν, να ξαναβρούμε το χώρο μας, να αναζητήσουμε ένα χώρο μας. Γιατί έτσι τα θυμόμαστε τα πράγματα. Τα θυμόμαστε; Θραυσματική η εικόνα, σκόρπιες μνήμες κι ας μην είχε διαρραγεί ο χρόνος, το ένα Πάσχα μετά το άλλο, το ίδιο ταξίδι, η ίδια πρώτη διαδρομή απ' το λιμάνι στο χωριό, πάντα η ίδια για το καλωσόρισμα.
Όταν τα παιδιά μας ήταν μικρά, οι τρεις μανάδες νομίζαμε ότι τους κάναμε δώρο την τελετουργία των κόκκινων αυγών, των τσουρεκιών που ποτέ δεν φούσκωναν, των κουλουριών που πάντα κάτι έλειπε απ' τη συνταγή, τον επιτάφιο, την ανάσταση, το κάψιμο του Ιούδα...
Ακαταλόγιστες μανάδες.
Χρειάστηκε να μεγαλώσουν τα παιδιά για να καταλάβουμε ότι η εμπειρία ήταν δική τους κι είχαν την γενναιοδωρία να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι είμαστε συμμέτοχοι. Η Νίνα, ο Μίλτος, η Ραλλού, η Νεφέλη, η Ιόλη... Να στολίζουν με τα παιδιά του χωριού τον επιτάφιο, χωρίς ίχνος από την απαιτούμενη κατάνυξη, μαλλί με μαλλί αν η κατανομή της εργασίας γινόταν ηλικιακά και όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες. Να μαζεύουν ξύλα για το κάψιμο του Ιούδα και τα πιο μικρά, φανατικά δοσμένα στο καθήκον, να τα αφήνουν οι μεγάλοι, που βαριόντουσαν, να φυλάνε τον Ιούδα μην έρθουν και τον κάψουν πριν της ώρας του τα παιδιά του διπλανού χωριού. Και ο Παύλος. Εκείνος ο αγαπημένος. Πιο παιδί απ' τα παιδιά, να εξοπλίζει τα μικρά με ωμά αυγά για να αντιμετωπίσουν τους εισβολείς και τ' αυγά να σπάνε στις τσέπες του μπουφάν, αλλά ήταν Πάσχα και οι μανάδες νομίζαμε ότι κάναμε δώρο στα παιδιά την καλή μας διάθεση... Και τώρα που μεγάλωσαν τα παιδιά, μοιάζει να πήραν μαζί τους την καλή μας διάθεση κι εμείς, μεσήλικες μέτοικοι, μπαίνουμε στο ταξίδι του γυρισμού αλλά η πατρίδα που κουβαλάμε στα μπαγκάζια μας δεν μοιάζει μ' αυτήν που ξέραμε και είναι σαν να πρέπει να συστηθούμε απ' την αρχή στους νέους της κατοίκους, να βρούμε καινούργια αναγνωριστικά σημάδια γιατί ο χρόνος που μένουμε στο χωριό του Πάσχα δεν φτάνει για παραπάνω. 


Να ήταν τα παιδιά το αναγνωριστικό μας περίβλημα που μας επέτρεπε ν' αλλάζουμε αθέατοι μορφή και να 'μαστε πάντα αναγνωρίσιμοι; Να είναι που έφυγαν εκείνοι που μας περίμεναν -μικρές πατρίδες διάσπαρτες σε μια σταλιά τόπο; Να είναι οι χώροι που άδειασαν και μείναν άλλοι, απροσπέλαστοι;
Έτσι κι αλλιώς, φέτος ξεχάσαμε πως πλησίαζε το Πάσχα κι όταν το θυμηθήκαμε ήταν θραυσματική η μνήμη και το χωριό του Πάσχα ακόμα πιο μακρινό.


Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Όταν η νομιμότητα σύνορα δεν έχει



Από την συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στο BBC στις 14/02/2013, όπως αναφέρεται στο: http://www.left.gr/article.php?id=24232: «Θα εφαρμόσουμε το νόμο. Θα είμαστε άτεγκτοι στην εφαρμογή του νόμου και θα έχουμε μηδενική ανοχή απέναντι στη Χρυσή Αυγή που είναι μια συμμορία, η οποία δρα με παραβατικότητα. Όταν κάποιοι σκοτώνουν συμπολίτες μας, ανεξάρτητα από το αν έχουν το ίδιο χρώμα με εμάς ή διαφορετικό χρώμα, αυτό είναι μια παράνομη πράξη και πρέπει να συλλαμβάνονται. Θα είμαστε άτεγκτοι απέναντι σ’ αυτό. Όπως επίσης και θα εξαρθρώσουμε τους θύλακες της Χρυσής Αυγής μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Δεν θα ανεχθούμε παραβατικότητα από κανέναν και από καμία ομάδα. Και απέναντι στις ομάδες εκείνες που χρησιμοποιούν τη βία και μπορεί να ισχυρίζονται ότι ανήκουν στον αναρχικό χώρο, που εγώ δεν το πιστεύω αυτό, γιατί θεωρώ ότι η άσκηση βίας είναι η πιο εξουσιαστική πράξη που μπορεί να κάνει κανείς, δεν μπορεί να συμβαδίζει με έναν αντεξουσιαστή να ασκεί βία. Κι αυτοί θα υποστούν τις συνέπειες του νόμου».

Επιλέγω αυτό το απόσπασμα επειδή αναδύεται εκ του μη όντος η περίφημη θεωρία των δύο άκρων, η οποία φαίνεται να αποκτά ελαστικότητα σε σχέση με το δεύτερο άκρο της, αναρχικούς και αντιεξουσιαστές αυτή τη φορά. Κι ακόμα, επειδή σ’ αυτό το απόσπασμα όπου η βία κατά των ξένων, των άλλων, αποδίδεται αποκλειστικά στη ΧΑ και κλείνοντας έτσι ιδεολογικά το θέμα.
Χθες σκεφτόμουνα, τί νόημα έχει η εκκένωση καταλήψεων όταν η ελληνική κοινωνία είναι ένα καζάνι που βράζει περιμένοντας τα χειρότερα. Και σήμερα που διαβάζω ότι οι πρόσφυγες που είχαν βρει καταφύγιο στις καταλήψεις πήραν τον δρόμο για την Πέτρου Ράλλη ή βρέθηκαν αβοήθητοι στους δρόμους, κατέρρευσαν όλες οι εύκολες ερμηνείες περί αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, επιταγές των δανειστών κλπ κλπ κι έμεινε γυμνή η βασική ερμηνεία της βίας που αναπόδραστα ενέχει το αίτημα της νομιμότητας.
Όταν ξεκίνησε το απελπισμένο ταξίδι των προσφύγων, περάσαμε ένα καλοκαίρι μετρώντας ευαισθησίες ή καταγγέλλοντας ρατσισμούς, μετρώντας κυρίως νεκρούς κι εκείνο το νεκρό μωρό είχε γίνει η εμβληματική εικόνα του προβλήματος. Δεν λέω  ότι ήταν εύκολα τα πράγματα κι αρκούσε η καλή θέληση για να εκλείψουν τα προβλήματα αλλά ειλικρινά βαρέθηκα να βλέπω το θέμα της προσφυγιάς να συρρικνώνεται σε καταγγελίες της κυβέρνησης και να απομειώνεται έτσι από τις πραγματικές διαστάσεις του που δεν χωράνε στο κουτάκι μιας χώρας και μιας κυβέρνησης.  Από την άλλη, όμως, ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό η εμπλοκή ομάδων ή ατόμων που δεν εκκινούσε από θέση θεσμικών ρόλων, δεν έλυνε προφανώς το πρόβλημα αλλά έδινε όμως μια ανάσα σε κάποιους απ’ τους πρόσφυγες και συντηρούσε το θέμα στο επίπεδο της κοινωνικής αλληλεγγύης, όσο το συντηρούσε τέλος πάντων. Και, αίφνης, αυτό το κομμάτι της αλληλεγγύης μετεγγράφεται στον χώρο της παραβίασης της νομιμότητας όπου κυριαρχεί η «κοινωνική αταξία των καταλήψεων».
Και επειδή γνωρίζουμε ότι η εξουσία δεν μπορεί να είναι ανορθολογική ή θα πιστέψουμε πως ό, τι ξέρουμε περί εξουσίας το κάνει κουρελού το αλαλούμ μιας κυβέρνησης όπου ο κάθε υπουργός κάνει ό, τι του καπνίσει ή θα περιμένουμε ν’ αποτελέσει κι αυτή η κίνηση μέρος μιας «κανονικότητας». Μια σταθερή μορφή θεσμοποιημένης πολιτικής της διαχείρισης του φόβου με κεντρικό ιδεολογικό άξονα την ανάδειξη του «εθνικού συμφέροντος» ως ισχυρότερου κάθε άλλης μορφής συλλογικού κοινωνικού συμφέροντος, όπου πρόσφυγες και αντιεξουσιαστές συγκροτούν ένα ιδιαίτερο τύπο  «πολιτικής παρέκκλισης» που συνιστά κίνδυνο καθώς τοποθετείται αντιθετικά στις θεσμικές διαδικασίες διαχείρισης του προσφυγικού ζητήματος.  
  

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΕΛΕΩΝΑ ΘΗΒΩΝ



Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017
ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΕΛΕΩΝΑ ΘΗΒΩΝ
 Επίσκεψη της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων
στις Γυναικείες Φυλακές Ελεώνα Θηβών

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Στις 19/12/2016, η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων επισκέφτηκε τις Γυναικείες Φυλακές Ελεώνα Θηβών για δεύτερη φορά μέσα στο 2016 (η 1η ήταν τον Φεβρουάριο). Διαπίστωσε ότι δυστυχώς ουσιαστικές αλλαγές δεν έχουν υπάρξει, παρά τις κάποιες μικροεπεμβάσεις, οι οποίες θα αναφερθύν στη συνέχεια.

Στη φυλακή ζουν 380 γυναίκες έναντι 300 προβλεπόμενων θέσεων. Στοιβαγμένες σε θαλάμους ανά 12 -17, επί ατέλειωτες ώρες κάθε μέρα, επί ατέλειωτες μέρες, επί ατέλειωτα χρόνια εγκατάλειψης. Μεταξύ αυτών 33 με ισόβια κάθειρξη.
Οι 180 είναι άπορες και λαμβάνουν –μόνο αυτές- τα βασικότερα είδη υγιεινής από την κοινωνική υπηρεσία.
Οι 55 είναι εξαρτημένες, από τις οποίες 8 συμμετέχουν στην κοινότητα απεξάρτησης.
Σε ειδική πτέρυγα κρατώνται 12 κορίτσια μετεφηβικής ηλικίας 18-21 ετών (στην αρχή του 2016 ήταν 4).

11 μωρομάνες ζουν με τα 11 μωρά τους ηλικίας μέχρι τριών ετών σε μία ημιυπόγεια πτέρυγα, η καθεμιά με συγκελίτη το ίδιο το μωρό της. Είναι μητέρες που είτε «επέλεξαν» να μην αποχωριστούν τα μωρά τους είτε δεν διέθεταν άλλη εναλλακτική πέρα από την απειλή να σταλούν τα παιδιά τους σε ίδρυμα. Είναι η σκληρή πραγματικότητα που αποδεικνύει το ατελές της νομοθετικής παρέμβασης Παρασκευόπουλου, κατά την οποία μητέρες παιδιών μέχρι 8 ετών που εκτίουν ποινή μικρότερη των 10 ετών είναι αποφυλακιστέες.
Από τότε, με βάση αυτή τη διάταξη αποφυλακίστηκε μόνο μία μητέρα μέσα σε 2 χρόνια. Εξακολουθούν να παραμένουν έγκλειστες, σε κατάσταση αφασίας, χωρίς να κάνουν ή να μαθαίνουν τίποτε, να πηγαινοέρχονται με τα αγέλαστα παιδιά αγκαλιά από το διάδρομο των κελιών έως το χωλ, όπου υπάρχουν και κάποια παιδικά παιχνίδια.

Περίπου 60 ακόμη μητέρες μικρών παιδιών πήραν την άλλη σκληρή απόφαση, να στερηθούν δηλαδή τα παιδιά τους. Είναι εκείνες που διαθέτουν την εναλλακτική να τα αφήσουν σε κάποιο μέλος της οικογένειάς τους. Τα παιδιά τους μεγαλώνουν αποξενωμένα βίαια από τη μάνα τους, με όλες εκείνες τις συνέπειες που έχει περιγράψει το σύνολο της ψυχιατρικής ανά τους αιώνες. Η θλίψη τους για τη στέρηση των παιδιών τους, αλλά κυρίως για τα ίδια τα παιδιά τους που μεγαλώνουν με τη στέρηση της μάνας τους είναι κυρίαρχη. Προσπαθούν να αντλήσουν βοήθεια από τις κοινωνικές υπηρεσίες της φυλακής, ενώ αρκετές εργάζονται. Παρά το τραγικό βίωμα της στέρησης μητέρων και παιδιών, θεωρούν ότι ο εγκλεισμός τους μαζί τους θα ήταν χειρότερη επιλογή.

Συνθήκες υγείας


Λίγες ειδικότητες γιατρών καλύπτονται οργανικά, ενώ ο εθελοντισμός καλύπτει πάγια κενά των υπηρεσιών υγείας. Η διεύθυνση μίλησε για έλλειψη κονδυλίων και έδειξε ικανοποίηση με την υποκατάσταση από εθελοντές πολλών ειδικοτήτων. Επίσης υπηρεσίες τελεψυχιατρικής παρέχει η ΜΚΟ Κλίμακα (πάλι οι ΜΚΟ). Παρά τις ανάγκες ψυχικής υποστήριξης, και τις αυξημένες ανάγκες των μητέρων και των μωρών, η υποστήριξη παρέχεται κατόπιν αιτήματος και όχι ως πάγια υπηρεσία. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα λόγω της γενικότερης άγνοιας, παθητικότητας και αδράνειας των κρατουμένων να παραμένουν αβοήθητες πολλές εξ αυτών, εις βάρος τόσο των ίδιων όσο και των παιδιών τους.

Καθημερινότητα

Το ψύχος και η υγρασία περονιάζουν στη διάρκεια του χειμώνα το λόφο και τα υποβαθμισμένα κτίρια. Το καλοριφέρ λειτουργεί 2 ώρες το βράδυ, με αποτέλεσμα οι κρατούμενες να ζουν σε συνθήκες ψυγείου. Ο διευθυντής διευκρίνισε ότι όταν κάνει πολύ κρύο, το καλοριφέρ ανάβει για άλλες δύο ώρες και στις 12:30 το μεσημέρι. Ποιές θεωρούνται πολύ κρύες μέρες παραμένει αδιευκρίνιστο, αφού την ημέρα που επισκέφθηκε η Πρωτοβουλία τη φυλακή η θερμοκρασία ήταν τόσο χαμηλή που πάγωνες όταν κυκλοφορούσες έξω από τα γραφεία - προφανώς δεν συγκαταλέχθηκε στις μέρες εξαίρεσης.

Μόνο στην πτέρυγα των μωρών υπήρχε σχετική ζέστη, αφού επιτρέπεται ηλεκτρικό καλοριφέρ ανά κελί. Η γενίκευση όμως επιμέρους θερμαντικών λύσεων (ακόμη και με έξοδα των κρατουμένων όπως συμβαίνει σε κάποιες φυλακές) δεν υποστηρίζεται από την υφιστάμενη ηλεκτρολογική εγκατάσταση – αλλά και να υποστηριζόταν τελικά θα κατέληγε στον πυρήνα του ίδιου προβλήματος, της έλλειψης επαρκούς κονδυλίου για θέρμανση.
Αναφορικά με τις ώρες παροχής ζεστού νερού για μπάνιο, σύμφωνα με την αφοπλιστική απάντηση κάποιων κρατουμένων, επαρκεί εφόσον εξακολουθεί ο αριθμός των κρατουμένων που προβαίνει σε συχνή χρήση να είναι περιορισμένος!

Η Πρωτοβουλία συζήτησε τη λύση των φωτοβολταϊκων με τη διεύθυνση, η οποία είπε ότι θα την εξετάσει, καθώς και την αναβάθμιση της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης.
Όσο αφορά το φαγητό, η διοίκηση εξήρε το καλό και καθαρό φαγητό που παρασκευάζουν οι κρατούμενες – κάτι που επιβεβαίωσαν και οι εργαζόμενες στην κουζίνα.

Προγράμματα κατάρτισης- εκπαίδευσης

Λειτουργεί Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ), όπου φοιτούν 40 μαθήτριες.
Περίπου 20 γυναίκες συμμετέχουν στα προγράμματα αρτοποιών και μπαρίστα και ακόμη λιγότερες στην ομάδα ραψίματος σεντονιών.
Υπάρχουν όμως άλλες 300 γυναίκες - σκιές, που η φυλακή μετά το πέρας της τιμωρίας τους, θα τις αδειάσει στην κοινωνία ακριβώς στο σημείο που μπήκαν, από άποψη εφοδίων ζωής,  με επιπλέον το στίγμα της φυλακής και το τραύμα απ’ αυτή.
Ενας μικρός αριθμός εργάζεται σε εργασίες υποστηρικτικές της λειτουργίας της φυλακής, προκειμένου να επωφεληθούν από τον συνυπολογισμό τους στη μείωση του χρόνου εγκλεισμού. Διαπιστώθηκε ότι υπάρχουν περιθώρια επεξεργασίας του συστήματος αντιστοίχησης της επιμέτρησης του χρόνου σε συνάρτηση με το βαθμό δυσκολίας της εργασίας, ώστε να αποκτήσουν κίνητρο περισσότερες κρατούμενες και να ενεργοποιούνται τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο.

Σύνδεση με την κοινωνία

Οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ο μόνος ζωντανός και ευεργετικός δεσμός που μπορεί να συντελέσει στη διατήρηση μιας ελάχιστης σύνδεσης με την κοινωνία, δεδομένου ότι μια ουσιαστική διαδικασία επανένταξης είναι ανύπαρκτη. Αυτή η επαφή με την οικογένεια συμπυκνώνεται στα τηλεφωνήματα (είδος πανάκριβο – αν υπολογίσει κανείς μόνο το κόστος των τηλεκαρτών) και θεωρητικά ακόμη πληρέστερα στα επισκεπτήρια. Στην πράξη όμως τα επισκεπτήρια, με τους όρους που πραγματοποιούνται, μάλλον υποσκάπτουν περαιτέρω τις ήδη τραυματισμένες οικογενειακές σχέσεις. Ομολογουμένως, αυτό μόνο μπορεί να κάνει το επισκεπτήριο της μισής ώρας πίσω από το τζάμι και δια μέσου τηλεφωνικής συσκευής. Μια οικογένεια καλείται να πληρώσει για να ταξιδέψει επί κάποιες ώρες έως τη Θήβα για να δει το συγγενικό της πρόσωπο επί μισή ώρα, να βρει το κουράγιο πίσω από το τζάμι να ξεκινήσει μια συνομιλία και ακόμη και αν οπλιστεί με όλη την αποφασιστικότητα του κόσμου να προσφέρει στήριξη, αγάπη, αποδοχή, προοπτική δεν είναι τεχνικά δυνατό να λειτουργήσει τίποτε απ’ αυτά, όταν σε απόσταση κάποιων εκατοστών άλλες οικογένειες παλεύουν εξίσου αμήχανα, κάτω από αυτές τις αφύσικες συνθήκες μη επικοινωνίας, να ακουστούν.

Οι απαράδεκτες συνθήκες επισκεπτηρίου, κοινές σε όλες τις φυλακές, δύσκολο να βελτιωθούν σύμφωνα με την διεύθυνση, λόγω έλλειψης χώρου και προσωπικού. Όταν ρωτήθηκε η διεύθυνση γιατί δεν αξιοποιεί τις μετατάξεις, απάντησε ότι δεν θέλουν οι υπάλληλοι να μετατάσσονται εκεί. Βέβαια μέχρι να υπάρξει χώρος και προσωπικό, υπάρχει μια ολόκληρη αίθουσα εκδηλώσεων που χρησιμοποιείται ελάχιστες φορές μέσα στο χρόνο. Μια αίθουσα που μπορεί να παρέχει τις προϋποθέσεις για πιο ανθρώπινα επισκεπτήρια περισσότερων μελών της οικογένειας γύρω από ένα τραπέζι, χωρίς τζάμι, χωρίς φωνές, χωρίς κλεψύδρα.
Το διαφημισμένο παιδικό επισκεπτήριο είναι ένα εσωτερικό δωμάτιο με ζωγραφιές στους τοίχους και πολύχρωμα έπιπλα, όχι πάνω από 10 τετρ. μέτρα, που μπορεί να φιλοξενεί μία οικογένεια με μικρά παιδιά επί μισή ώρα ή και περισσότερο από μισή ώρα σε περίπτωση που δεν υπάρχουν άλλα μέλη άλλης οικογένειας να περιμένουν.


Τι έχει αλλάξει

  • Οι τοίχοι έχουν βαφτεί και αυτό δίνει μια αίσθηση καθαριότητας στους διαδρόμους, στα γραφεία και στα κελιά με τις μωρομάνες που επισκέφτηκε η Πρωτοβουλία. Αξίζει να αναφερθεί η δημιουργική δουλειά μιας κρατούμενης, η οποία έχει απλόχερα αποτυπώσει τις καλαίσθητες ζωγραφιές της στους τοίχους της φυλακής.
  • Το προαναφερθέν δωμάτιο για επισκεπτήριο παιδιών, που υλοποιήθηκε από την ομάδα Ξεblogάρισμα είναι θετικό, αν και μάλλον προσιδιάζει με ένα πιλοτικό δείγμα αυτού του είδους, καθώς δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το σύνολο των αναγκών.
  • Ένα από τα 11 μωρά πηγαίνει στον παιδικό σταθμό της Θήβας. Το άλλο τρίχρονο παιδί παραμένει σε απόλυτο εγκλεισμό, προσκολλημένο απόλυτα στη μητέρα του - και οι δυό τους με οξυμμένα προβλήματα, πολλαπλασιασμένα στην περίπτωση του μικρού αγοριού. Παραμένουν και οι δυο αβοήθητοι από οποιαδήποτε ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, καθώς η μητέρα δεν έχει καταθέσει αίτημα. Ένας ολέθριος φαύλος κύκλος, όπου αναμένεται ως μόνη από μηχανής λύση η αποφυλάκισή τους, η οποία θα τους παραδώσει εξίσου αβοήθητους στην κοινωνία με την προσθήκη ενός τεράστιου προβλήματος, απότοκου της φυλάκισής τους.
  •  Συνολικά η διοίκηση αναφέρεται στις καλές συνθήκες της φυλακής, στις πολιτιστικές ομάδες που λειτουργούν, στους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων. Επισημαίνεται ότι αυτά δεν είναι θεσμικό προσωπικό και λειτουργίες, προκύπτουν από εθελοντική προσφορά, που σήμερα υπάρχει και ενδεχομένως αύριο ή το καλοκαίρι να εκλείψει. Η διοίκηση πάντως διευκρινίζει ότι η προσφορά αυτή υλοποιείται γιατί η συγκεκριμένη φυλακή ανταποκρίνεται στην προσφορά των εθελοντών (κάτι που δεν είναι αυτονόητο σε όλες τις φυλακές).


Αντί επιλόγου


Παραμένει το ζητούμενο η φυλακή να πάψει να επιβαρύνει περαιτέρω τους ανθρώπους που κατέληξαν εκεί. Έστω σε αυτό το στάδιο να υπάρξει φροντίδα για κοινωνική και επαγγελματική κατάρτιση, για εκπαίδευση και ψυχοκοινωνική υποστήριξη των ανθρώπων που κατά κανόνα υπήρξαν αποκλεισμένοι απ’ όλα αυτά, έτσι ώστε να  ξαναβρεθούν στην κοινωνία με καλύτερους όρους, τόσο για τις ίδιες όσο και για τους γύρω τους. Η λεγόμενη επανένταξη δεν υφίσταται ούτε ως διαδικασία πίσω από τα κάγκελα ούτε ως δομές έξω απ αυτά, στα πρώτα στάδια της αποφυλάκισης.

Οι κρατούμενες παραπαίουν βουλιαγμένες μέσα στην αδράνεια, στη στέρηση επικοινωνίας, στην παγωνιά τον χειμώνα, στην απουσία κάθε νοήματος.
Στοιβαγμένες, με όλα τα επακόλουθα που επιφέρει ο υπερπληθυσμός, ο οποίος τροφοδοτείται από τις δεύτερες σκέψεις διαφόρων σωμάτων ως προς την εφαρμογή των νόμων. Τροφοδοτείται από τα δικαστικά συμβούλια που καλούνται να ξανα-αποφασίσουν περί την απόλυση υπό όρο, που κατά κανόνα απορρίπτουν ή από τα συμβούλια φυλακής που καλούνται να ξανα-αποφασίσουν περί αδειών που κατά κανόνα απορρίπτουν. Τροφοδοτείται από τους βουλευτές με τους νόμους τους. Από τους δικαστές που εύκολα στέλνουν τοξικοεξαρτημένες στη φυλακή αντί σε δομές θεραπείας που ούτως ή άλλως δεν επαρκούν, που εξίσου εύκολα τριπλασίασαν τα νεαρά κορίτσια μετεφηβικής ηλικίας που έστειλαν στη φυλακή μέσα σ’ ένα χρόνο.

Οι κηδεμόνες μικρών παιδιών αντιμετωπίζουν μία επιπλέον επιβαρυντική συνθήκη, αυτή του βίαιου αποχωρισμού των παιδιών από την κηδεμόνα τους ή της βάρβαρης έκτισης ποινής από κοινού με τα βρέφη τους. Η Πρωτοβουλία για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων εξακολουθεί να ζητά ριζική αλλαγή του τρόπου έκτισης ποινής για όλες/ους τους έγκλειστους, καθώς και την εφαρμογή εναλλακτικών ποινών που ταυτόχρονα εξοπλίζουν για μια δεύτερη ευκαιρία ζωής μέσα στην κοινωνία. Επιπλέον καλεί, μαζί με τις κρατούμενες, το υπουργείο Δικαιοσύνης να ξαναδεί σοβαρά το νόμο για εναλλακτική έκτιση ποινών των μητέρων μικρών παιδιών, καθώς ο πρόσφατος νόμος αποδεικνύεται κραυγαλέα ανεπαρκής και αποξενωμένος από την πραγματικότητα.


Πρωτοβουλία για Δικαιώματα των Κρατουμένων
www.tokeli.gr  email: kratoymenoi@gmail.com

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Κριτική του Σταύρου Σταυρίδη για το βιβλίο Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης

14/12/2016 Θέσεις τριμηνιαία επιθεώρηση 

Τεύχος 135: περίοδος Απρίλιος - Ιούνιος 2016

Κριτική του βιβλίου των Μ. Εμμανουηλίδη και Α. Κουκουτσάκη:
Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης
(Αθήνα: Futura, Ιούνιος 2013)1

του Σταύρου Σταυρίδη
Το βιβλίο Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης αποτελείται από τα εξής τμήματα: Πρόλογος του Δημήτρη Ψαρρά: «Η Χρυσή Αυγή και το “βαθύ κράτος”», Μάριος Εμμανουηλίδης: «Οικονομία και κρίση της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής. Η στρατηγική λειτουργία του ρατσιστικού
Συστήματος», Αφροδίτη Κουκουτσάκη: «Από το κοινωνικό στο “ποινικό κράτος”. Η Χρυσή Αυγή και οι συμβολικές λειτουργίες των ποινικών θεσμών».
Θεωρώ ότι η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή δεν αρκεί να γίνεται στο πλαίσιο μιας ακαδημαϊκής
αναρώτησης, ούτε αποκλειστικά στο πλαίσιο μιας πολιτικής αναζήτησης στόχων και τακτικών. Έχω
την εντύπωση ότι το βιβλίο αυτό καταφέρνει με έναν καταπληκτικό τρόπο να μας προσφέρει έναν
τρίτο δρόμο που συνδυάζει τα πλεονεκτήματα των δυο άλλων. Ίσως τούτος ο δρόμος να περιγράφεται σε μια δήλωση του Φουκώ στα μαθήματα του 1977-78 που αφορούσε το είδος του λόγου που επρόκειτο να αναπτύξει. Παρατηρεί ο Φουκώ πως όλοι οι λόγοι οι οποίοι διατυπώνονται δημόσια έχουν μια προστακτικότητα ή τείνουν να διαπερνώνται από μια προστακτικότητα: «Κάντε αυτό» ή «μην κάνετε αυτό»! Ξέρω ότι δεν μπορώ να αποφύγω αυτό το πεδίο, λέει περίπου, γιατί εν τέλει ακόμα και οι αναλύσεις που κάνω εμπεριέχουν αυτήν την προστακτικότητα άθελά μου. Θα ήθελα όμως να το ελέγξω και θα δοκιμάσω να το ελέγξω θέτοντας μια υπόθεση, αποδίδοντας έναν υποθετικό χαρακτήρα στην προστακτικότητα που αναλαμβάνω μοιραία μιλώντας δημόσια. «Η δική μου υποθετική συνθήκη μέσω της οποίας σας απευθύνομαι είναι εάν θέλετε να αγωνιστείτε, ιδού μερικά κρίσιμα σημεία, ιδού μερικές τροχιές δυνάμεων, ιδού μερικοί περιορισμοί και αδιέξοδα».2
«Εάν θέλετε να αγωνιστείτε». Όχι αγωνιστείτε «έτσι» και «γι’ αυτό», αλλά εάν θέλετε να
αγωνιστείτε εγώ μπορώ να σας προσφέρω μερικές αναζητήσεις που βεβαίως φτιάχνονται στην
προοπτική ενός αγώνα που εσείς θα αναλάβετε.
Αυτό το «εάν» νομίζω ότι μας το λένε με τον τρόπο τους και οι δυο συγγραφείς του βιβλίου με
εξαιρετική διαύγεια και στράτευση ταυτόχρονα. Εάν θέλετε να αγωνιστείτε, ιδού μερικά πράγματα
που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου. Νομίζω ότι αυτή είναι η
συνθήκη κάτω από την οποία γίνεται η συζήτηση για τη Χρυσή Αυγή σήμερα. Δεν είναι μια συνθήκη
περιγραφής, ούτε συνθήκη ερμηνείας. Είναι μια συνθήκη αναρώτησης στην προοπτική της
αντιμετώπισης αυτού που συμβαίνει.
Το πρώτο ερώτημα που έχει να αντιμετωπίσει μια τέτοια προοπτική αναζήτησης είναι: Αυτό που
συμβαίνει έχει ξανασυμβεί; Οι όροι με τους οποίους μπορούμε να σκεφτούμε τη Χρυσή Αυγή στην
προοπτική της αντιμετώπισής της και των συνθηκών που τη γέννησαν, οι όροι αυτοί είναι οι ίδιοι με
«τότε»; Πρόκειται για ένα ναζιστικό κόμμα σαν εκείνο το ναζιστικό κόμμα, για μια πολεμική μηχανή
του κράτους σαν εκείνες που έχει αναπτύξει το αστικό κράτος κατά καιρούς; Είναι παρακράτος; Ή
μήπως η Χρυσή Αυγή έχει μια ιστορική ιδιοτυπία;
Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Όλοι και όλες μας προσπαθούμε καθημερινά να σκεφτούμε τη Χρυσή
Αυγή σχηματίζοντας ερμηνευτικά εργαλεία που προέρχονται από τη σύγκρισή της με ένα προηγούμενο
φαινόμενο. Η ιστορική αναλογία έχει τεράστια ερμηνευτική δύναμη. Ο Μαρξ στη 18η Μπρυμαίρ αυτό ακριβώς μελέτησε και πιστεύω ότι είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πολιτικές θεωρίες της ιστορίας που έχουν αναπτυχθεί.
Εδώ υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα. Η ίδια η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιεί αυτή την αναλογική
σύγκριση. Συστήνεται εμμέσως, και ο Δημήτρης Ψαρράς μας το απέδειξε με εξαιρετική ενάργεια μέσα από τα ντοκουμέντα που η ίδια παράγει για τον εαυτό της αλλά και για τους έξω, πολλές φορές και αμέσως, ως κληρονόμος ενός μορφώματος που επανεμφανίζεται. Επομένως, έχουμε ένα πρόβλημα να λύσουμε. Πώς θα αντιμετωπίσουμε τους όρους εμφάνισης και τη λειτουργικότητα της Χρυσής Αυγής στις σημερινές συνθήκες προσπαθώντας να ελέγξουμε την τεράστια δύναμη που έχει η αναλογία;
Αυτό που εισηγούνται τα δύο κείμενα νομίζω ότι είναι το εξής: Χωρίς να απορρίπτουμε τα εργαλεία
που μας δίνει η κατ’ αναλογίαν ερμηνεία της Χρυσής Αυγής πρέπει να επιμείνουμε αταλάντευτα στην ιστορική ιδιοτυπία της. Στον ιστορικό συγκεκριμένο ρόλο που παίζει σήμερα. Και το πετυχαίνουν αυτό οι συγγραφείς παρότι παίρνοντας διαφορετικό δρόμο, ο ένας μέσα από μια αναλυτική της σύγχρονης συγκρότησης της εξουσίας, η άλλη μέσα από μια αναλυτική της σύγχρονης συγκρότησης των ποινικών συνθηκών, των συνθηκών του ποινικού οικοδομήματος στο οποίο στηρίζεται και το οποίο αναπαράγει η σύγχρονη συγκρότηση της εξουσίας.
Μας προτείνουν να αναλύσουμε τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες κάτω από τις οποίες η Χρυσή
Αυγή γεννήθηκε όχι γιατί αυτό ήταν αναπόδραστο αλλά γιατί διαμορφώθηκε η ανάγκη για έναν ρόλο
που μπόρεσε να παίξει. Εκεί υπάρχει ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα που αφορά την ίδια την
έννοια και τη συνθήκη της ιστορικής ερμηνείας. Αν η ιστορική ερμηνεία οφείλει να προσκομίσει
τεκμήρια αυτού που θα ονόμαζε κανείς «το αναπόδραστο των γεγονότων», τότε δεν έχει να μας πει
και πάρα πολλά. Την έχουμε ζήσει αυτήν την ερμηνευτική κυκλικότητα πολλές φορές: «Συνέβη αυτό
που δεν θα μπορούσε παρά να συμβεί». (Συνήθως αυτό το λέμε αφού συνέβη κάτι). Το ερώτημα είναι πώς η Χρυσή Αυγή επιτελεί έναν ρόλο, ο οποίος θα μπορούσε να αρθρωθεί και να επιτελεστεί
διαφορετικά και από άλλους. Δηλαδή, υπάρχει μια δυνητικότητα στον ρόλο της Χρυσής Αυγής.
Αυτό επιτρέπει σε αναλύσεις σαν και αυτές του βιβλίου να προβλέπουν το μέλλον διαφορετικά. Είναι
έτσι που μπορούν τα δύο κείμενα να ανιχνεύσουν τη δυνατότητα, αφανή, αδιαφανή και ενδεχομένως
απροσδόκητη, η Χρυσή Αυγή να αποτελέσει αντικείμενο καταστολής. Η Χρυσή Αυγή μπορεί να γίνει και πολιτικά πολυέξοδη μας λέει ο Μ. Εμμανουηλίδης. Δεν είναι προφανές ότι η οργανωμένη αυτή δύναμη χρειάζεται. Είναι χρήσιμη για ορισμένους και υπό ορισμένους όρους και μπορεί και να
αχρηστευτεί. Ή μπορεί να γίνει και επικίνδυνη για εκείνους που την ενίσχυσαν, καταλήγει το δοκίμιο
της Α. Κουκουτσάκη.
Αυτή η ερμηνευτική προοπτική των δυο δοκιμίων, που πιστεύω ότι είναι από τα σημαντικότερα που
έχουν γραφτεί για τη Χρυσή Αυγή, τους δίνει και την εξαιρετικά σημαντική πολιτική τους
λειτουργικότητα. Χωρίς να είναι διδακτικά, χωρίς να είναι προστακτικά (με έναν τρόπο από τον οποίο επιχειρεί και ο Φουκώ να αποστασιοποιηθεί).
Ο Μ. Εμμανουηλίδης επιμένει, και αυτό είναι νομίζω ο ερμηνευτικός του μίτος, ότι η Χρυσή Αυγή
είναι μέρος ενός συστήματος, όχι το σύστημα το ίδιο. Μέρος ενός συστήματος εγκαθίδρυσης μιας νέας τροπικότητας της εξουσίας, η οποία μοιάζει με εκείνη που αναλύει ο Φουκώ ως χαρακτηριστική της περιόδου της προνεωτερικής δεσποτείας. Επειδή όμως αυτή η μορφή εξουσίας αναπτύσσεται σήμερα σε καινούργιες συνθήκες έχει και τελείως άλλο ρόλο. Αναφέρεται λοιπόν ο συγγραφέας σε μια νέα συνθήκη κυριαρχικής εξουσίας. Πρόκειται για τη συνθήκη της κατάρρευσης των όρων συγκρότησης του νεοφιλελευθερισμού, όχι του καπιταλισμού συνολικά αλλά του νεοφιλελευθερισμού. Κάτι συμβαίνει εδώ λόγω μιας μεγάλης κρίσης του καθεστώτος, η οποία δεν αντιστοιχεί στην κυκλικότητα της επανάληψης, αλλά είναι μια ιστορικά πρωτότυπη τομή. Είναι μια κρίση η οποία αναγκάζει το καθεστώς να αλλάξει φάση.
Σύμφωνα με το βασικό σχήμα του κειμένου του Εμμανουηλίδη, πρόκειται για μια κρίση της
νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής, η οποία συνδέεται με τη διεύρυνση και επίταση της διαδικασίας
χρηματιστικοποίησης του σύγχρονου καπιταλισμού. Σε αυτή τη συνθήκη, η οποία ορίζεται ως συνθήκη «διαρκούς κρίσης», το καθεστώς επιχειρεί να αναδιατάξει τους όρους της εξουσίας, καταφεύγοντας σε μια καινούργια μορφή αγκύρωσης στον πληθυσμό (σ. 35). Πάρα πολύ ισχυρή εικόνα η αγκύρωση: ως όρος δεν περιγράφει απλά την αποδοχή της κυριαρχίας από τους υπηκόους αλλά σηματοδοτεί την επιστροφή σε ένα μοντέλο ελέγχου που το αντικείμενό του είναι ο πληθυσμός. Ο πληθυσμός, όχι οι υπήκοοι, όχι ο λαός, όχι οι εξατομικευμένοι καταναλωτές. Η αιχμαλώτιση των υποκειμένων ως καταναλωτών την περίοδο της χρηματοπιστωτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού (την οποία ο Εμμανουηλίδης περιγράφει εύστοχα ως μια προεξόφληση του μέλλοντος, ως προκαταβολική κατανάλωση του μέλλοντος), αυτό το εμπόριο ελπίδων που αιχμαλώτιζε τα υποκείμενα-καταναλωτές ως δανειολήπτες, καταρρέει από τις συνθήκες της κρίσης.
Αν αυτή η κατάρρευση μπορεί να δημιουργήσει νέες μορφές αντίδρασης, αν ευνοεί συνθήκες
εξεγερτικής αντίθεσης, συνθήκες καταστροφής των όρων αναπαραγωγής του καθεστώτος, τότε οι
κυρίαρχοι πρέπει να βρουν έναν τρόπο αυτή η πιθανότητα να μετατεθεί. Αυτό μπορεί να γίνει με την
επίταση της κυριαρχικής εξουσίας και την καταφυγή στην φαντασιακή στερεότητα και καθαρότητα
τόσο του εδάφους, όσο και του γένους ως μοχλών αγκύρωσης του πληθυσμού στο καθεστώς. Αυτές οι νέες συνθήκες αγκύρωσης του πληθυσμού, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν το αντίδοτο σε μια
γενικευμένη ανασφάλεια που εμπεριέχει εξεγερτικές πιθανότητες, δίνουν νέο ρόλο και προοπτική στην εμφάνιση πολιτικών μορφωμάτων σαν τη Χρυσή Αυγή.
Ο Μ. Εμμανουηλίδης το λέει πεντακάθαρα: εδώ βρίσκεται ένα σημείο τριβής με τον
νεοφιλελευθερισμό. Δεν πρόκειται για μια μετεξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για μια
συνθήκη η οποία ευθέως πλήττει μερικά καταστατικά, συγκροτητικά χαρακτηριστικά του
νεοφιλελευθερισμού. Συνιστά την άρνηση του νεοφιλελευθερισμού; Είναι ίσως κάτι πιο σύνθετο.
Πάντως, πρόκειται για μια συνθήκη που επιχειρεί να σώσει τον καπιταλισμό διατηρώντας τις βασικές
προϋποθέσεις της αναπαραγωγής του, αλλάζοντας όμως τη μορφή της εξουσιαστικής οργάνωσης. Αν
αυτό το σημείο τριβής με τον νεοφιλελευθερισμό δίνει τόπο και χώρο ύπαρξης στη Χρυσή Αυγή, είναι γιατί αυτή μπορεί να εμφανιστεί ως φορέας μιας νέας μορφής αιχμαλώτισης του κοινωνικού σώματος. Αντί της αιχμαλώτισης που εκφράζει η υπόσχεση μέσω των δανείων ενός προκαταβεβλημένου μέλλοντος, η νέα αυτή αιχμαλώτιση επιχειρεί να μετατρέψει τις πρακτικές «αντίστασης και διαφυγής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους» (σ. 79).
Η οργή, λέει η Α. Κουκουτσάκη, μπορεί να γεννηθεί από τον τρόμο και να ξαναγεννήσει η ίδια τον
τρόμο, αυτή η οργή είναι που μπορεί να απειλήσει τη σταθερότητα του καθεστώτος. Οι διαψευσμένες προσδοκίες, οι κατεστραμμένες ζωές, η επιβεβλημένη εργασιακή και προσωπική ανασφάλεια, όλα αυτά συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα, το οποίο πρέπει να διαχειριστεί η νέα δομή εξουσίας. Η νέα δομή εξουσίας πρέπει επίσης να δημιουργήσει τις απαραίτητες συνθήκες για να αντιμετωπιστεί ένα καταστατικό πρόβλημα της καπιταλιστικής διαχείρισης που αναδύθηκε την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού. Πρόκειται για την εξάρτηση της οικονομικής και θεσμικής επέκτασης του καπιταλισμού από τη διαχείριση των ροών. Η εκτεταμένη ανάπτυξη, φαινομενικά ή και ενίοτε πραγματικά, ανεξέλεγκτων ροών ανθρώπων, εμπορευμάτων και κεφαλαίων δημιούργησε καταστροφές, ανασφάλεια στους περισσότερους και μια αίσθηση γενικευμένης απροσδιοριστίας του μέλλοντος. Η νέα μορφή κυριαρχίας πρέπει να εμφανιστεί ως μορφή ελέγχου των ροών, η οποία ξανά θα εγγυηθεί τη σταθερότητα του εδάφους και της έδρασης, τον έλεγχο των συνόρων, την «επανεδαφικοποίηση».
Απέναντι λοιπόν στον ιδανικό χώρο που παρίστανε ότι έχει διανοίξει ο νεοφιλελευθερισμός, στο χώρο των ροών χωρίς σύνορα, (το κεφάλαιο δεν έχει σύνορα, η εργασία δεν έχει σύνορα, η μετακίνηση είναι

απρόσκοπτη), η νέα δομή εξουσίας εμφανίζεται ως εγγυήτρια της σταθερότητας του τόπου. Ως νέα
μορφή ελέγχου του χώρου και διαμοιρασμού των περιοχών.
Σε αυτές τις συνθήκες ο ρατσισμός αναδύεται ως εγγυήτρια ιδεολογία του διαμοιρασμού του τόπου,
του διαμοιρασμού της πόλης. Η νέα χωρικότητα θα είναι αναγκαστικά διαχωριστική, μια χωρικότητα
που θα διακρίνει τους νόμιμους από τους παράνομους κατοίκους, τους αυτόχθονες από τους ξένους,
τους εχθρούς από τους ντόπιους. Ο Εμμανουηλίδης διαβάζει αυτή τη νέα τάση διαχείρισης του χώρου
στις πρακτικές της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή, απέναντι στην ανοικτότητα, την παγκοσμιότητα και την οσμωτική δύναμη που διατηρούσε το λεγόμενο κίνημα των πλατειών (στο οποίο
συμπεριλαμβάνεται και η κατάληψη της πλατείας Συντάγματος το 2011), αντιπαρέταξε τις γειτονιές-
οχυρά των κολασμένων, οι οποίες συγκροτούνται ξενοφοβικά, εχθρικά προς τους ακόμα πιο
κολασμένους: Η συνοικία του Αγίου Παντελεήμονα στην Αθήνα αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό
παράδειγμα δράσης της οργάνωσης όπου αναδεικνύεται ο ρόλος της στον έλεγχο του διαμοιρασμού
του τόπου, στον έλεγχο της επικράτειας της πόλης ως συνθήκη αναπαραγωγής μιας καινούριας δομής
εξουσίας.
Το ερώτημα στο οποίο καταλήγει ο Εμμανουηλίδης είναι: Αυτή η νέα συνθήκη είναι απλώς ωφέλιμη
για την αναπαραγωγή του καθεστώτος; Είναι δεδομένο ότι αυτή η καινούρια επιλογή, η νέα δομή
εξουσίας και ο νέος ρόλος που αποκτάει η Χρυσή Αυγή θα λειτουργήσουν υπέρ του καθεστώτος; Ο
ίδιος μοιάζει να αμφιβάλει: Η «επίκληση μιας αδιανόητης επιστροφής στην εδαφική επικράτεια και το λαό ως γένος» συνιστά «[έ]να παρανοϊκό ντρεσάρισμα [του κράτους] που τείνει να ξεχαρβαλώσει την καπιταλιστική μηχανή, την ίδια στιγμή που τη σώζει» (σ. 94). Υπάρχει λοιπόν ένα ρίσκο, μια συνθήκη από την οποία η Χρυσή Αυγή αποκτάει έναν ρόλο που μπορεί ταυτόχρονα να θέτει και καινούργια ερωτήματα για την αναπαραγωγή αυτής της καπιταλιστικής μηχανής. Εδώ, πράγματι, η ιστορία δεν έχει τελειώσει.
Η Α. Κουκουτσάκη προσθέτει μια σημαντική διάσταση στην επιβεβαίωση της ιστορικής ιδιοτυπίας της Χρυσής Αυγής. Ισχυρίζεται πως η Χρυσή Αυγή είναι ένας παράγοντας κανονικοποίησης της θεσμικής βίας (σ. 128). «Τσαλαβουτάει», λέει, «στους κρατήρες που άφησε ο βομβαρδισμός του κοινωνικού κράτους επιχειρώντας να ιδιοποιηθεί το χώρο της κοινωνικής πρόνοιας» (σ. 106). Η Χρυσή Αυγή λοιπόν εμφανίζεται ως ένας καινούργιος εγγυητής, όχι απλώς της ομαλότητας, αλλά της ασφάλειας. Μιας ασφάλειας που χάθηκε την περίοδο της κρίσης, που συντρίφτηκε στις συνθήκες του ακραίου νεοφιλελευθερισμού ο οποίος διέλυσε οποιαδήποτε προστατευτικά δίκτυα θα μπορούσαν να
χρησιμοποιήσουν οι υπήκοοί του στην προοπτική της ένταξής τους σε αυτό το καθεστώς. Αυτός ο
παράγοντας απροσδιοριστίας και κινδύνου γεννήθηκε από το ίδιο το καθεστώς, και θυμίζω πως αν
έχει νόημα να μιλάμε για τις αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι γιατί αυτές δημιουργούν τις
προϋποθέσεις της υπέρβασής του, γιατί γεννούν συνθήκες αστάθειας, αμφισβήτησης και πιθανής
εξεγερτικότητας. Συνιστά προσπάθεια υπέρβασης αυτής της συνθήκης η άνοδος ενός νέου μοντέλου
εξουσίας και μένει να δούμε αν αυτή η προσπάθεια θα μπορέσει να φτάσει στην επιτυχία που είχαν οι
άλλες μεταμορφώσεις του καπιταλισμού στη διάρκεια της ιστορίας του.
Η βία της Χρυσής Αυγής δεν είναι μια βία τιμωρού, μια βία που προσπαθεί να εγγυηθεί μόνο το
διαμοιρασμό του τόπου, είναι και μια βία νομιμοποιημένη μέσα από τη λαϊκή αποδοχή που της δίνει
μια φαινομενική προνοιακή δράση. Φαινομενική γιατί πολλοί έχουν αποδείξει ότι πρόκειται για δράση μαφιόζικου τύπου και βασίζεται σε μια παροχή υπηρεσιών εκφρασμένη με μια απόλυτη ιεραρχία ρόλων. Στηρίζουμε τους «δικούς μας» εφόσον είναι μαζί μας και φροντίζουμε να τους καλύπτουμε κάποιες ανάγκες τους αλλά είμαστε αμείλικτοι σε περίπτωση που βρεθούμε απέναντι.
Νομίζω ότι αυτό που υποστηρίζει στην ουσία η Α. Κουκουτσάκη αποδεικνύοντας ότι η βία της Χρυσής Αυγής συντελεί στην κανονικοποίηση της θεσμικής βίας, είναι ότι αυτή η θεσμική βία πρέπει να εμφανιστεί ως εγγύηση της ασφάλειας. Δεν μιλάμε για μια κυριαρχική εξουσία η οποία ξαναγυρνάει στην ακραία βία του ηγεμόνα που επιβάλλει το συμφέρον του ίδιου ή μιας ελίτ που εκπροσωπεί.
Μιλάμε για μια καινούργια θεσμική βία, πάλι σε συνθήκες κυριαρχικής εξουσίας, η οποία στηρίζεται
στην αιχμαλώτιση του πληθυσμού με νέους όρους. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μετατροπή του φόβου
μπροστά στη γενικευμένη αβεβαιότητα σε κινητήρα αναζήτησης ασφάλειας. Πρόκειται ουσιαστικά για την αιχμαλώτιση του φόβου με ταυτόχρονη αιχμαλώτιση της οργής που μπορεί ο φόβος να γεννήσει. Αν η οργή των πληθυσμών μπορεί να πάρει τη μορφή μιας εξέγερσης (όπως συνέβη με τα κινήματα των Πλατειών ή με τις άγριες απεργίες σε ορισμένα μέρη του πλανήτη), τότε πρέπει αυτή η οργή να εκτραπεί, να αναπροσανατολιστεί στοχεύοντας έναν αποδιοπομπαίο τράγο: Κάποιοι πρέπει ως συνεκτική κατηγορία του πληθυσμού να εμφανιστούν ως αποκλειστικοί υπαίτιοι για αυτήν την κατάσταση. Αυτή η «αποπολιτικοποίηση του φόβου» (όρος που χρησιμοποιεί η Κουκουτσάκη), η μετατροπή του σε κινητήρα που γεννάει την οργή για τον διπλανό, για τον ασθενέστερο, για εκείνον που προϊδεάζει για το μέλλον που οι χρυσαυγίτες τρέμουν πως θα είναι και δικό τους μέλλον (χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς προστασία), είναι που δίνει στη Χρυσή Αυγή τον πολιτικό και θεσμικό της ρόλο.
Οι ερμηνείες που επεξεργάζονται τα δύο κείμενα συναντιούνται σε μια κρίσιμη μεθοδολογική και
πολιτική επιλογή: Δεν παρουσιάζουν τη Χρυσή Αυγή ως ένα αναπόδραστο φαινόμενο αλλά ως
λειτουργική παράμετρο του καθεστώτος σε συνθήκες μετασχηματισμού της μορφής εξουσίας που το
χαρακτηρίζει. Αντίθετα με τις ερμηνείες που μας προσφέρουν οι δυο συγγραφείς, άλλοι παρατηρητές
επιχειρούν να εξηγήσουν την εμφάνιση της οργάνωσης αυτής αποδίδοντας πολύ μεγαλύτερη συνοχή
στο κράτος από αυτή που πραγματικά έχει, υποστηρίζοντας περίπου ότι πρόκειται για μια μαριονέτα
την οποία χειρίζεται το κράτος.
Ωστόσο, το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από την απλή αναβίωση του
ναζισμού και την επανάληψη της κοινοβουλευτικής του νομιμοποίησης σε μια εποχή που το καθεστώς κινδυνεύει. Ασφαλώς, η ίδια αναφέρεται στο ναζισμό, και είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε γιατί αναφέρεται στο ναζισμό, γιατί τον επικαλείται σήμερα και με ποιο τρόπο αυτή η επίκληση έχει μια λειτουργικότητα. Τα δυο δοκίμια δείχνουν ότι μιλάμε για έναν συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό που αποκτά ρόλο σήμερα, στη συνθήκη μιας κρατικής εξουσίας σε εποχή κρίσης. Μιας κρατικής εξουσίας που επαναπροσδιορίζει τους όρους της ηγεμονίας της, τους όρους της δυνατότητάς της να ελέγχει τους πληθυσμούς, τους όρους της εκπειθάρχησης, και ταυτόχρονα τους όρους της αιχμαλώτισης της οποιασδήποτε εξεγερτικής δυνατότητας. Γιατί αν επιμένουμε να αναλύουμε τις πολιτικές συνθήκες, τους όρους με τους οποίους συγκροτούνται οι κυρίαρχοι ή τους όρους με τους οποίους συγκροτείται το κράτος, ξεχνώντας ότι το κράτος χρειάζεται συνέχεια νααντιμετωπίζει την πιθανότητα της αντίδρασης των καταπιεσμένων, την πιθανότητα της εξέγερσης, την πιθανότητα της ανατροπής, τότε λίγα πράγματα μου φαίνεται ότι καταλαβαίνουμε για το κράτος και για την εξέγερση.
Βρισκόμαστε σε συνθήκες που όσο ζοφερές και φρικτές αν φαίνονται, είναι ταυτόχρονα εκρηκτικές. Η εκρηκτικότητα αυτή απέδειξε  με πολλούς τρόπους την παρουσία της στην λεγόμενη Αραβική Άνοιξη, και όχι πολύ καιρό πριν και σε μας, εδώ. Η εκρηκτικότητα των συνθηκών της κρίσης, δεν είναι απλώς ένα κόλπο που βρήκαν οι καπιταλιστές για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Είναι ένα πραγματικό πρόβλημα που πρέπει να λύσουν οι καπιταλιστές, είναι και η εκρηκτικότητα των προϋποθέσεων της δικιάς μας αντίστασης.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τα προβλήματα που είχαν οι θεωρητικοί της Αριστεράς όταν δοκίμαζαν να
ερμηνεύσουν το ναζισμό του Μεσοπολέμου. Δεν επιχείρησαν, κατά τη γνώμη μου, να αντιληφθούν την άνοδο του ναζισμού ως μια απροσδόκητη επιστροφή ενός αρχαϊκού κακού με το οποίο θα έπρεπε
επιτέλους να είχαμε ξεμπερδέψει μετά την απομάγευση που έφερε ο Διαφωτισμός και η «πρόοδος».
Ξέρουμε πως στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ επιχείρησαν να
καταλάβουν «γιατί η ανθρωπότητα, αντί να περάσει σε μια αληθινά ανθρώπινη κατάσταση βουλιάζει
σε ένα νέο είδος βαρβαρότητας». Και έθεσαν στο κέντρο της απάντησής τους την «ακατάπαυστη
αυτοκαταστροφή του διαφωτισμού».
Τα ερωτήματα που τους οδήγησαν σε μια αποτίμηση και εξήγηση της δυνατότητας να υπάρχει
ναζισμός στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει και εμείς να τα θέσουμε σήμερα. Ναι, η Χρυσή Αυγή
είναι γέννημα μιας μετανεωτερικής κοινωνίας, είναι γέννημα μιας άλλης κοινωνίας, δεν είναι η
επιβίωση μιας φρίκης που γεννήθηκε στις κοινωνίες της νεωτερικότητας. Είναι μια καινούργια φρίκη
που γεννιέται στις κοινωνίες της μετανεωτερικότητας, γιατί μπορεί να έχει χαρακτηριστικά που τη
συνδέουν με τη σύγχρονη βιοπολιτική. Έχει χαρακτηριστικά που τη συνδέουν με μια νέα δομή
κυριαρχικής εξουσίας η οποία στηρίζεται στον έλεγχο του πληθυσμού και στην αιχμαλώτιση των
δυνάμεων που μπορούν να δημιουργήσουν στον πληθυσμό εκδηλώσεις απειθαρχίας και
εξεγερτικότητας.
Ο ρόλος της Χρυσής Αυγή όπως και του φασισμού και του ναζισμού τα χρόνια του Μεσοπολέμου,
είναι ιστορικά πρωτότυπος. Είναι κρίσιμο να τον αντιληφθούμε έτσι, και γι’ αυτό τα καθήκοντα που
έχουμε εμείς, κι εδώ γίνομαι ίσως πιο προστακτικός από ό, τι επιτρέπει ο Φουκώ στον εαυτό του,
είναι επίσης πρωτότυπα ιστορικά. Νομίζω ότι θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε την
πραγματικότητα και την επιθετικότητα της Χρυσής Αυγής μόνο αν την αντιμετωπίσουμε ως γέννημα
της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, ως μια μορφή αιχμαλώτισης και εκτροπής της αυξανόμενης
απονομιμοποίησης των μύθων του καθεστώτος σε μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Τότε ίσως να
αντιληφθούμε ότι η απήχησή της δείχνει πώς η ξαστοχημένη οργή μπορεί να υπηρετήσει υπό όρους την αναδιάρθρωση της κυριαρχίας ακόμη και όταν δείχνει να την μάχεται.
1 Επεξεργασμένη μορφή της ομιλίας στην παρουσίαση του βιβλίου, Δευτέρα 11.11.2013, Αθήνα.
2 Foucault Μ., 2009 Security, Territory, Population.New York, Palgrave Macmillan: 3.
http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1340&Itemid=29